Ένας ναός στην Ολλανδία ανακοίνωσε σήμερα πως βάζει τέλος στη μαραθώνια λειτουργία, την οποία άρχισε πριν από τρεις μήνες για να εμποδίσει την απέλαση μιας αρμενικής οικογένειας, μετά την πολιτική συμφωνία που της επιτρέπει να παραμείνει στη χώρα.

Στην Ολλανδία, η αστυνομία δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται σε τόπο λατρείας στη διάρκεια της θείας λειτουργίας.

Η οικογένεια Ταμραζιάν, το αίτημα ασύλου της οποίας είχε απορριφθεί, κατέφυγε τον Οκτώβριο στη μικρή προτεσταντική εκκλησία Μπέθελ στη Χάγη, για να αποφύγει την απέλασή της στην Αρμενία.

Σχεδόν 650 πάστορες απ’ όλη τη χώρα, αλλά και από τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Βέλγιο, αποφάσισαν τότε να την βοηθήσουν οργανώνοντας σ’ αυτή τη μικρή εκκλησία λειτουργίες χωρίς διακοπή.

Η ανακοίνωση του ναού λαμβάνει χώρα την επομένη μιας συμφωνίας που συνήφθη από την ολλανδική κυβέρνηνση και επιτρέπει την επανεκτίμηση απορριφθέντων αιτημάτων ασύλου περίπου 700 παιδιών που έχουν μεγαλώσει στην Ολλανδία.

Ο ναός Μπέθελ «σταματά τις διαρκείς λειτουργίες που οργανώνονται από τις 26 Οκτωβρίου», δήλωσε ο πρόεδρος του γενικού συμβουλίου της Προτεσταντικής Εκκλησίας στη Χάγη Τέο Ετέμα.

«Η πολιτική συμφωνία που συνήφθη την Τρίτη (χθες) προσφέρει στην αρμενική οικογένεια Ταμραζιάν μια προοπτική ασφαλούς μέλλοντος στην Ολλανδία», ανέφερε σε ανακοίνωση εκφράζοντας την ικανοποίησή του γι’ αυτό.

Μια τελευταία λειτουργία τελούνταν σήμερα στις 13:30 (τοπική ώρα, 14:30 ώρα Ελλάδας) στον ναό Μπέθελ και επρόκειτο να ακολουθήσει συνέντευξη Τύπου.

Μετά την απόρριψη ενός ύστατου αιτήματος για άσυλο, οι γονείς της οικογένειας Ταμραζιάν, που συνοδεύονται από τα τρία παιδιά τους, εγκατέλειψαν το σπίτι τους στα τέλη Οκτωβρίου και βρήκαν καταφύγιο στην εκκλησία Μπέθελ.

Είχαν φθάσει στην Ολλανδία πριν από εννέα χρόνια, αφού εγκατέλειψαν την Αρμενία εξαιτίας απειλών κατά της ζωής του πατέρα της οικογένειας λόγω των πολιτικών δραστηριοτήτων του.

«Κρατήσαμε για μήνες την ελπίδα και τώρα η ελπίδα αυτή συγκεκριμενοποιείται», πρόσθεσε ο Ετέμα.

Ο ναός Μπέθελ, ο οποίος βρίσκεται σ’ έναν ήσυχο δρόμο, είχε γίνει αντικείμενο αυξανόμενης προσοχής στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.


Πηγή